Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Ο ρόλος της Ιεράς Μονής Δημιόβης στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821


Του Ιερέα Σωτηρίου Παπαδόπουλου

«Δεν η­ξεύ­ρω ποί­ας ι­δέ­ας, ό­ταν βλέ­πεις υ­πό τους πό­δας σου ε­κεί­νους τους τρο­με­ρούς τυ­ράν­νους. Ό­ταν ε­ξαρ­τάς ι­δι­κό σου σπα­θί εις τον μη­ρόν σου. Ό­ταν εμ­βαί­νης εις τού­τους τους να­ούς, ό­που πέ­ρυ­σι μεν ε­λα­τρεύ­ε­το η βδε­λυ­ρά θρη­σκεί­α του Μω­ά­μεθ και τώ­ρα δε προ­σκυ­νεί­ται το ό­νο­μα του Υ­ψί­στου Θε­ού, υ­πε­ρού­σιος και α­δι­αί­ρε­τος, η Α­γί­α Τριάς, ο Υι­ός και Λό­γος του Θε­ού, ο Κύ­ριος η­μών Ι­η­σούς Χρι­στός».



Τα πα­ρα­πά­νω δη­λούν το τέ­λος του α­γώ­να των Ελ­λή­νων και βά­ζουν μι­νί­στρο υ­πουρ­γό θρη­σκεί­ας σ’ έ­να πλέ­ον συγ­κρο­τη­μέ­νο ελ­λη­νι­κό κρά­τος τον Ι­ω­σήφ α­πό Αν­δρού­σης. Ό­μως, πώς φτά­σα­με μέ­χρι σε αυ­τό το ση­μεί­ο; Τι προ­η­γή­θη­κε και πό­σο αί­μα χύ­θη­κε στο ό­νο­μα της ε­λευ­θε­ρί­ας αλ­λά και στο ό­νο­μα του Ι­η­σού Χρι­στού, και ποί­ο ρό­λο έ­παι­ξε ο δι­κός μας τό­πος και το δι­κό μας μο­να­στή­ρι για τη δι­α­τή­ρη­ση της α­κα­τά­λη­πτης αι­ώ­νιας θρυ­λι­κής ελ­λη­νι­κής φυ­λής, ε­λευ­θε­ρί­ας και ορ­θό­δο­ξης θρη­σκεί­ας;
Α­πό τους ε­κλε­κτούς ρό­λους που στο­λί­ζουν το πάν­θε­ον του ε­πι­κού ξε­ση­κω­μού, της ε­θνε­γερ­σί­ας του 1821, παί­ζει η Ι­ε­ρά και σε­βά­σμια Μο­νή Δη­μι­ό­βης, τε­τρα­κό­σια χρό­νια σκλα­βιάς και α­παρ­χής η ι­ε­ρά Μο­νή μας στέ­κε­ται α­πέ­ναν­τι α­πό τον Τούρ­κο κα­τα­κτη­τή.

Α­πό το 1570 η Δή­μι­ο­βα παί­ζει στρα­τη­γι­κό ρό­λο. Στο αρ­χον­τα­ρί­κι της Μο­νής ορ­κί­ζον­ται για ά­με­ση ε­πα­νά­στα­ση ο­πλαρ­χη­γοί α­πό τη Λα­κω­νί­α, τη Μά­νη και τα πι­σι­νο­χώ­ρια του Τα­ϋ­γέ­του μα­ζί με αν­τι­προ­σω­πεί­α ευ­ρω­παί­ων πρε­σβευ­τών. Ό­μως, οι Ι­σπα­νοί έ­χουν αν­τι­θέ­σεις με τους Σλά­βους τους ο­ποί­ος προ­δί­δουν και έ­τσι πνί­γε­ται η ε­πα­νά­στα­ση. Η Μο­νή δεν στα­μα­τά τη δρά­ση της και κρα­τών­τας τις υ­ψη­λές γνω­ρι­μί­ες της, ε­κλέ­γει πα­τέ­ρες της Μο­νής εις την υ­ψη­λο­τέ­ρα ι­ε­ρα­τι­κή τά­ξη του Αρ­χι­ε­ρέ­ως. Αρ­χι­ε­πί­σκο­ποι ε­ξε­λέ­γον­ται: ο Ι­ά­κω­βος, ο Θε­ο­δώ­ρη­τος και ο Πα­ΐ­σιος.

Ο Θε­ο­δώ­ρη­τος ή­το πρω­το­σύγ­κε­λος της ορ­θο­δό­ξου εν Βε­νε­τί­α ε­πι­σκο­πής και ο Πα­ΐ­σιος δι­ε­τέ­λε­σε μέ­γας πρω­το­σύγ­κε­λος της με­γά­λης Εκ­κλη­σί­ας της Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως. Ό­μως, και άλ­λοι πολ­λοί ι­ε­ράρ­χαι συν­δέ­ον­ται με την Ι­ε­ρά Μο­νή την ε­πο­χή αύ­τη. Λό­γου χά­ριν ο Ευ­ρί­που Γρη­γό­ριος και ο Μα­ΐ­νης Δα­νι­ήλ.

Ό­λα αυ­τά μαρ­τυ­ρούν τον α­γώ­να των πα­τέ­ρων της Ι­ε­ράς Μο­νής για τον ά­με­σο έ­λεγ­χο και πρό­σβα­ση στα κέν­τρα α­πο­φά­σε­ων της τό­τε ε­πο­χής. Τού­το το πα­ρα­πά­νω γε­γο­νός ε­νο­χλεί πο­λύ τους Τούρ­κους· και την τρα­γι­κήν για τον Μο­ριά πε­ρί­ο­δο της ε­πα­νά­στα­σης των Ορ­λω­φι­κών, η ο­ποί­α πνί­γη­κα στο αί­μα το 1769, η υ­ψη­λή πύ­λη δί­νει εν­το­λή και η Τουρ­καλ­βα­νι­κή πο­λε­μι­κή μη­χα­νή κα­τα­σφά­ζει την Πε­λο­πόν­νη­σο, αρ­χής γε­νο­μέ­νης της Πά­τρας. Η σφα­γή ή­το τό­σο με­γά­λη σε έ­κτα­ση ώ­στε α­πει­λή­θη με ε­ξα­φα­νι­σμό ό­λη η Πε­λο­πόν­νη­σος.

 Το 1770 εί­ναι και η σει­ρά της δι­κής μας Μο­νής, που για τους Τουρ­καλ­βα­νούς είναι ένα κόκ­κι­νο πα­νί. Α­φού την λε­η­λα­τούν εν συ­νε­χεί­α την πυρ­πο­λούν. Η πα­ρά­δο­σή μας έ­χει δι­α­σώ­σει και έ­να θαύ­μα. Τα ά­γρια στί­φη των Αλ­βα­νών που όρ­μη­σαν με τα ξί­φη τους εν­τός του Ι­ε­ρού Να­ού της Μο­νής, (για να ξε­σκί­σουν και να εκ­βά­λουν τους ο­φθαλ­μούς των α­γί­ων και των πα­τέ­ρων της Μο­νής) κα­τα­τρο­πώ­θη­κε ό­ταν ο η­γού­με­νος και οι μο­να­χοί γο­νυ­πε­τείς μπρος στο ει­κό­νι­σμα της Πα­να­γιάς, την πα­ρα­κα­λού­σαν ψάλ­λον­τας το «Τη Υ­περ­μά­χω Στρα­τη­γώ τα νι­κη­τή­ρια». Η ει­κών, ως σε α­στρα­πή φώ­τι­σε τον τό­πον ό­λον με α­πο­τέ­λε­σμα να τυ­φλώ­σει τους Τουρ­καλ­βα­νούς που δεν έ­βλε­παν ού­τε να βγουν α­πό τον Ι­ε­ρό Να­ό και α­πό τον φό­βο τους και τον τρό­μο τους ε­ξα­φα­νί­στη­καν, και ό­χι μό­νο ά­φη­σαν ό­σα πράγ­μα­τα εί­χαν πά­ρει και ό­σα εί­χαν ι­δι­κά τους, α­κό­μα και τα ό­πλα τους.

Ά­φη­σαν ό­μως πί­σω τους κα­τε­στραμ­μέ­να τα κε­λιά της Μο­νής και τον πύρ­γο του Ρή­γα. Ό­μως και πά­λι για μια φο­ρά α­κό­μα, με τη συν­δρο­μή του χω­ριού, η Ι­ε­ρά Μο­νή α­νοι­κο­δο­μή­θη­κε.
Ό­λα τα μο­να­στή­ρια βο­ή­θη­σαν την Ε­πα­νά­στα­ση μα τού­το ε­δώ ό­μως τα έ­δω­σε ό­λα…πα­ρα­σκεύ­α­ζε χι­λιά­δες με­ρί­δες φα­γη­τού και εί­χε και χώ­ρο για ι­α­τρο­φαρ­μα­κευ­τι­κή βο­ή­θεια. Ο ι­στο­ρι­ο­γρά­φος γρά­φει ως ε­ξής: «…και έ­τρε­χαν α­πό τα πλη­σί­ον μέ­ρη εις την χά­ρη της Δί­μι­ο­βας και πάν­τες ε­θε­ρα­πεύ­ον­το».
Έ­να πε­ρι­στα­τι­κό του Κώ­δι­κα του Μο­νής εί­ναι και το ε­ξής: Ε­πί η­γου­με­νεύ­ον­τος Παρ­θε­νί­ου μά­κα­ρος, ε­πή­γε μί­α γυ­ναί­κα Γι­αν­νι­τζά­να κλαί­γον­τας και του εί­πε ό­τι θ’ α­πο­θά­νουν τα παι­διά της α­πό την πεί­να, και τον πα­ρα­κα­λού­σε να κά­νει κά­τι για να την βο­η­θή­σει.

Τό­τε της λέ­γει ο η­γού­με­νος: «Και η­μείς οι κα­λό­γε­ροι και ό­λος ο κό­σμος το ί­διο εί­με­θα (προ­πάν­των ο α­γών)­». Ε­φώ­να­ξε του σι­το­α­πο­θη­κα­ρί­ου και του λέ­γει: «Υ­πά­γεις εις τάς α­πο­θή­κας μή­πως και εύ­ρεις λί­γον σί­τον να κυ­βερ­νή­σει τα τέ­κνα της και αυ­τή;» Τό­τε ε­κεί­νος του α­πο­κρί­νε­ται: «Χθες ε­κα­θά­ρι­σα ό­λας τας α­πο­θή­κας». Ε­πα­νερ­χό­με­νος η η­γού­με­νος του λέ­γει: «Ύ­πα­γε πά­νω εις την α­πο­θή­κην του πύρ­γου εις κα­μί­αν θυ­ρί­δα, εις κα­μί­να αγ­κω­νήν να εύ­ρης κα­μί­αν χού­φταν, να υ­πά­γη εις τον κα­λόν με την βο­ή­θεια της Πα­να­γιάς». Πη­γαι­νό­με­νος λοι­πόν ε­πά­νω εις τον πύρ­γον και α­νοί­γον­τας την θύ­ρα του πύρ­γου, βλέ­πει να κι­νεί­ται ο σί­τος και να ε­βγαί­νη έ­ξω. Ε­φώ­να­ξε του η­γου­μέ­νου, ο ο­ποί­ος τρέ­χει μα­ζί με τους πα­τέ­ρες του μο­να­στη­ριού και τι να ί­δουν; Βλέ­πουν τον πύρ­γον ό­λον γε­μά­τον σί­τον και υ­πή­γαν εις το ει­κό­νι­σμα της Πα­να­γιάς και την ευ­χα­ρί­στη­σαν.
Και κα­τα­λή­γει ο ευ­σε­βής χρο­νο­γρά­φος: «Ι­δού θαύ­μα υ­περ­φυ­ές, δό­ξα Θε­ο­τό­κε η­μών δό­ξα σοι.­». Και χόρ­τα­σαν και οι χω­ρι­κοί, και οι πα­τέ­ρες, και η Ε­πα­νά­στα­ση.

Και έ­φτα­σε η μέ­ρα της λευ­τε­ριάς. Μα εύ­ρε την Μο­νής της Δη­μι­ό­βης πτω­χήν και ε­ξην­τλη­μέ­νην, για­τί κα­θ’ ό­λην την προ­ε­πα­να­στα­τι­κήν πε­ρί­ο­δο ή­το ορ­μη­τή­ριον και κα­τα­φύ­γιον, η φω­λέ­α των κλε­φτών, των αρ­μα­τω­λών μα και των προ­σκεί­με­νω ει εν Βε­νε­τί­α ορ­θό­δο­ξον Εκ­κλη­σί­αν πρω­το­συγ­κε­λεύ­ων και ο Πα­ΐ­σιος ή­το πρω­το­σύγ­κε­λος εις το Φα­νά­ρι της Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως και φί­λος του φι­λι­κού μέ­λους α­πό την Κα­λα­μά­τα ια­τρού Κορ­νη­λί­ου. Αλ­λά και ο πε­ρί­φη­μος κλέ­φτης κα­πε­τάν Ζα­χα­ριάς Μπαρ­μπι­τσι­ώ­της που πο­λέ­μη­σε εις το πλευ­ρό της αυ­τού υ­ψί­στου με­γα­λει­ό­τη­τος Υ­ψη­λάν­του ή­το τρό­φι­μος της Μο­νής μέ­χρι την 23-3-1821 (έ­ναρ­ξη Ε­πα­να­στά­σε­ως) ό­που κα­τά την δι­α­κο­νί­αν του εις την Μο­νήν μα­ζί με τους κα­πε­τα­ναί­ους Α­θα­νά­σιον Δα­γρέ και Γε­ώρ­γιον Κα­ρύ­για­ννη (κα­τα­γό­με­νον εκ Γι­αν­νί­τσης) και τους ι­ε­ρείς του χω­ριού μας Θε­ό­δω­ρο, Καλ­λί­νι­κο και Πα­πα-κα­πε­τάν Γε­ώρ­γιο Πο­λί­τη και τους Κα­πε­τα­νά­κη­δες, ως σταυ­ρα­ε­τοί στις ά­κρες των βρά­χων της Γι­άν­νι­τσας κα­τέ­τρω­γαν τα τούρ­κι­κα α­σκέ­ρια.

Στον α­νέκ­δο­τον Κώ­δι­κα της Μο­νής α­να­φέ­ρε­ται σχε­στι­κώς το α­κό­λου­θον πε­ρι­στα­τι­κόν. «…Ο Γκον­τα­μέτ α­πό το 1800 έ­ως το 1821 συ­νε­χώς ο­χλού­σε την Μο­νήν βρέ­σκων αι­τί­α ό­τι ή­το ορ­μη­τή­ριο κλε­φτών». Μί­αν η­μέ­ρα εις την Μο­νήν, του λέ­γει ο η­γού­με­νος: «Γκον­τα­μέτ Μπου­λούμ­πα­ση, δια­τί εις η­μάς φέ­ρε­σαι ού­τως; Ε­δώ οι κλέ­φτες δεν α­πο­λεί­πουν αλ­λά μό­νο η­μείς οι κα­λό­γε­ροι, τι ημ­πο­ρού­μεν να κά­μω­μεν;­». Τό­τε έ­νας τουρ­καλ­βα­νός υ­πό τις εν­το­λές του (Γκον­τα­μέτ) δί­δει έ­να ρά­πι­σμα του η­γου­μέ­νου και ε­νώ τον ε­χτύ­πη­σεν, ω! του θαύ­μα­τος, πί­πτει ο τούρ­κος αυ­τός κα­τα­γής ε­σκο­τι­σμέ­νος! Α­πο­τέ­λε­σμα ή­το η έν­τρο­μος α­πο­χώ­ρη­σις του Γκον­τα­μέτ με­τά της συ­νο­δεί­ας αυ­τού και να α­φή­σει ή­συ­χον το μο­να­στή­ριον. Ε­νώ ο­λί­γον βρα­δύ­τε­ρον, εις σύγ­κρου­σιν με τους κλέ­φτας, ε­βλή­θη εις την κε­φα­λήν και κα­τέ­πε­σεν ά­πνους.

Η Ι­ε­ρά Μο­νή Δη­μι­ό­βης, ού μό­νον προ­σέ­φε­ρε τα πάν­τα, αλ­λά ε­γέ­νε­το κυ­ρι­ο­λε­κτι­κώς ο­λο­καύ­τω­μα. Και στις με­τέ­πει­τα μά­χες με τον Κου­τα­χή και τον Ιμ­πρα­ήμ έ­δω­σε και τους πα­τέ­ρες της στην πρώ­τη γραμ­μή του πο­λέ­μου, και ό­λα αυ­τά εις το ό­νο­μα της Ελ­λη­νι­κής Ε­λευ­θε­ρί­ας.
Ό­σα γρά­φον­ται κα­τά και­ρούς για τη στά­ση του Κλή­ρου στα χρό­νια της Ε­θνε­γερ­σί­ας, οι ό­ψι­μοι κα­τή­γο­ροι που ψευ­δο­λο­γούν κα­τά του ορ­θο­δό­ξου κλή­ρου, η Ι­ε­ρά μας Μο­νή, ό­λους αυ­τούς, τους δι­α­ψεύ­δει.
Εμ­φα­νί­ζει κα­τά την πρώ­τη ελ­λη­νι­κή κυ­βέρ­νη­ση την πα­ρα­δειγ­μα­τι­κή της τι­μω­ρί­α, ό­πως και ό­λων των πρω­τα­γω­νι­στών της Ε­πα­να­στά­σε­ως (λό­γου χά­ριν η φυ­λά­κι­ση του Κο­λο­κο­τρώ­νη). Έ­τσι και η Μο­νή μας, έ­πει­τα α­πό τον μα­κρόν βί­ον της και την προ­σφο­ρά της εις τον Α­γώ­να κερ­δί­ζει, ό­πως έ­πρε­πε σ’ έ­να α­γω­νι­στή να κερ­δή­ση, και λαμ­βά­νει έ­να τι­μη­τι­κό για τις θυ­σί­ες της και τον α­γώ­να της Δι­ά­ταγ­μα του 1834, ό­που η Αυ­τού Αν­τι­βα­σι­λεί­α της Ελ­λά­δος α­πο­φα­σί­ζει την δι­ά­λυ­ση του μο­να­στη­ριού και πώ­λη­ση σε ΔΗ­ΜΟ­ΠΡΑ­ΣΙΑ ό­λων των κι­νη­τών αυ­τής πραγ­μά­των (ι­ε­ρά άμ­φια, δι­σκο­πό­τη­ρα, καν­δή­λια, ευ­αγ­γέ­λια, ει­κό­νες) μέ­χρι και τις πόρ­τες της Μο­νής εκ­ποί­η­σαν.

Ο Νι­κό­λα­ος Πο­λί­της, ά­ξιον τέ­κνον του χω­ριού μας γρά­φει: «…Του αν­τρει­ω­μέ­νου τα ’ρ­μα­τα δεν πρέ­πει να που­λι­ών­ται, μό­ν’ πρέ­πει τους την Εκ­κλη­σιά κ’ ε­κεί να λει­τουρ­γι­ών­ται». Τού­το ό­μως ά­ξι­ζε σε έ­ναν α­γω­νι­στή, τού­το έ­λα­βε. Το γε­γο­νός αυ­τό εί­ναι το α­τράν­τα­χτο στοι­χεί­ο και με­τάλ­λιο του α­γώ­να του Μο­να­στη­ριού και των χω­ρι­κών της Γι­άν­νι­τσας εις τον Αγώνα της Εθνεγερσίας.
Αναδιμοσίευσηάρθρου από τα 
Social Media

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου